Terjemahan "berjalan" ke dalam Greek

βαδίζω, περπατώ, ακολουθώ ialah terjemahan teratas "berjalan" ke dalam Greek.

berjalan
+ Tambah

Bahasa Melayu - Greek kamus

  • βαδίζω

    verb

    Pernah satu masa apabila Saruman berjalan di dalam hutan rimbaku.

    Υπήρχε μια εποχή πoυ o Σάρoυμαv βάδιζε στα δάση μoυ.

  • περπατώ

    verb

    Dia suka berjalan di kalangan rakyat, dia suka menyanyi untuk mereka.

    Του άρεσε να περπατάει ανάμεσα στο λαό, του άρεσε να τους τραγουδάει.

  • ακολουθώ

    verb

    Para penyiar di selatan Chile berjalan di tepi sungai yang dikelilingi dengan hutan dan Pergunungan Andes.

    Ευαγγελιζόμενοι στη νότια Χιλή ακολουθούν έναν ποταμό που διασχίζει πυκνά δάση ρέοντας ανάμεσα στις χιονοσκέπαστες κορυφές των Άνδεων.

  • Terjemahan kurang kerap

    • αναχωρώ
    • αντέχω
    • απλώνομαι
    • γίνομαι
    • δένω
    • διέρχομαι
    • διαδίδομαι
    • διαχειρίζομαι
    • διευθύνω
    • δουλεύω
    • εκδράμω
    • εκπέμπω ήχο
    • επεξεργάζομαι
    • επιβιώνω
    • εργάζομαι
    • ηχώ
    • κάνω
    • καλλιεργώ
    • καταλαμβάνω
    • κατεργάζομαι
    • κινούμαι
    • κινώ
    • κυκλοφορώ
    • λειτουργώ
    • ξεκινώ
    • παίρνω αέρα
    • πατώ
    • πεθαίνω
    • περιπλανώμαι
    • περιφέρομαι
    • περπάτημα
    • πηγαίνω
    • πλανώμαι
    • προχωρώ
    • συνοδεύω
    • συνοδοιπορώ
    • ταιριάζω
    • ταξιδεύω
    • φεύγω
    • χαζολογάω
    • χαλώ
    • χασομεράω
    • ψοφάω
  • Tunjukkan terjemahan yang dihasilkan secara algoritma

Terjemahan automatik " berjalan " ke dalam Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Frasa serupa dengan "berjalan" dengan terjemahan ke dalam Greek

  • κορδώνομαι
  • τρεκλίζω · τρικλίζω
  • βολτάρω · εκδράμω · παίρνω αέρα · περιπλανώμαι · περιφέρομαι · περπατώ · πλανώμαι · σεργιανίζω · σεργιανώ · σουλατσάρω · ταξιδεύω · χαζολογάω · χασομεράω
  • κουτσαίνω · πηγαίνω κουτσό · χωλαίνω
  • βαδίζω · πεζοπορώ · περπατώ
Tambah

Terjemahan "berjalan" ke dalam Greek dalam konteks, memori terjemahan